Επιλογή Σελίδας

Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου / ελκώδης κολίτιδα / νόσος του Crohn

Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου είναι μία ομάδα παθήσεων που προκαλούν χρόνια φλεγμονή του πεπτικού σωλήνα. Η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα είναι οι δύο πιο κοινές από αυτές τις ασθένειες.

Φλεγμονώδης Νόσος του Εντέρου Συμπτώματα

 

Η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα είναι παρόμοια νοσήματα με πολλούς τρόπους. Και τα δύο προκαλούν οίδημα και πληγές κατά μήκος του πεπτικού σωλήνα και μπορούν να προκαλέσουν κοιλιακό πόνο και συχνά διάρροια. Η νόσος του Crohn μπορεί να αναπτυχθεί οπουδήποτε στον πεπτικό σωλήνα, από το στόμα έως το ορθό, και διεισδύει βαθιά στα στρώματα της τοιχώματος. Η ελκώδης κολίτιδα συνήθως δεν επηρεάζει το εξωτερικό στρώμα του τοιχώματος και αφορά  μόνο το παχύ έντερο.

 

Υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να μάθει κάποιος για τη νόσο του Crohn και την ελκώδη κολίτιδα, η εργαστηριακή και κλινική έρευνα για τα αίτια και τις θεραπείες τους είναι σε συνεχή ερευνητική εξέλιξη παγκοσμίως.

 

Αιτίες

 

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι επτά άτομα από 100.000 στις Ηνωμένες Πολιτείες θα αναπτύξουν τη νόσο του Crohn, και 10 έως 15 άτομα σε 100.000 θα αναπτύξουν ελκώδη κολίτιδα. Η ακριβής αιτία των ασθενειών αυτών είναι άγνωστη, αλλά η τελευταία έρευνα δείχνει ότι μπορεί να προκληθεί από μια βλάβη στο ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού. Το οικογενειακό ιστορικό  και ορισμένοι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί επίσης να αυξάνουν τον κίνδυνο ενός ατόμου για τη νόσο του Crohn και την ελκώδη κολίτιδα.

Διάγνωση

 

Η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα έχουν πολλές ομοιότητες και συχνά λανθασμένα συγχέονται. Η  ακριβής διάγνωση είναι σημαντική έτσι ώστε ένα άτομο να λάβει την πιο αποτελεσματική θεραπεία για τη νόσο του. Ο γαστρεντερολόγος έχει μεγάλη εμπειρία στη διάγνωση της νόσου του Crohn και της ελκώδους κολίτιδας και είναι εξοικειωμένος με τη διάκριση μεταξύ των δύο με βάση τα συμπτώματα και τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Χρησιμοποιούνται ένα σύνολο εξετάσεων για τη διάγνωση της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου:

 

Δύο νεότερες εξετάσεις αίματος είναι χρήσιμες στη διάγνωση της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου. Αυτές ελέγχουν για αναιμία ή σημεία φλεγμονής με τον προσδιορισμό ορισμένων αντισωμάτων στο αίμα, αλλά είναι μόνο περίπου 80 τοις εκατό ακριβής.

 

 

Ο βαριούχος υποκλυσμός  είναι μια εξέταση που γίνεται στον ασθενή ένα κλύσμα βαρίου (βάριο είναι μια ουσία που επιτρέπει σε καρκίνους ή άλλες ανωμαλίες να ξεχωρίζουν στην ακτινογραφία), και στη συνέχεια γίνετε λήψη από μία σειρά από ακτινογραφίες Για τους ασθενείς στους οποίους η νόσος του Crohn δεν επηρεάζει υψηλότερα τμήματα του πεπτικού συστήματος, ένα κλύσμα βαρίου μπορεί να είναι

η μοναδική εξέταση που απαιτείται για τη διάγνωση.

 

Η σιγμοειδοσκόπηση συνήθως χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση διαταραχών του κατώτερου παχέος  εντέρου, όπως η αιμορραγία από το ορθό, ή οι πολύποδες . Κατά την εξέταση, ένας ιατρός χρησιμοποιεί ένα σιγμοειδοσκόπιο (ένα μακρύ, ευέλικτο σωλήνα διαμέτρου περίπου 10 mm) για να ελεγχθεί το εσωτερικό τοίχωμα του ορθού και το κάτω τμήμα του παχέος εντέρου. Το σιγμοειδοσκόπιο εισάγεται διαμέσου του ορθού και προωθείται στο σιγμοειδές κόλον .Η σιγμοειδοσκόπηση είναι πολύ χρήσιμη για τη διάγνωση της νόσου στο χαμηλότερο τμήμα του παχέος εντέρου, αλλά δεν επιτρέπει στο γιατρό να δει τα προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν σε υψηλότερες θέσεις στο παχύ έντερο ή στο λεπτό έντερο.

 

Η κολονοσκόπηση είναι η πιο ιδανική εξέταση για τη διάγνωση της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου. Ο γιατρός εισάγει ένα λεπτό, εύκαμπτο, φωτιζόμενο σωλήνα που είναι αρκετά μακρύς για να δει ολόκληρο το παχύ έντερο, από τον πρωκτό έως το λεπτό έντερο. Κατά τη διάρκεια αυτής της εξέτασης, ο γιατρός  μπορεί να πάρει δείγματα ιστού από το εσωτερικό του παχέος εντέρου για να ελεγχθούν στο εργαστήριο για συστάδες κυττάρων με φλεγμονή που ονομάζονται κοκκιώματα. Αυτές οι συστάδες κυττάρων είναι παρόντα στη νόσο του Crohn, αλλά δεν υπάρχουν στην ελκώδη κολίτιδα, και αποτελούν μια πολύ χρήσιμη πληροφορία για τη διάκριση των δύο ασθενειών.

Θεραπεία

 

Στα πρώτα στάδια  της νόσου του Crohn όσο και της ελκώδους κολίτιδας, τα φάρμακα είναι η συνιστώμενη θεραπεία. Ο στόχος της ιατρικής αγωγής είναι να καταστείλει την  φλεγμονή και να επιτρέψει στους εντερικούς ιστούς να επουλωθούν. Μόλις η διάρροια και ο κοιλιακός πόνος είναι υπό έλεγχο, η ιατρική θεραπεία μπορεί να μειώσει τη συχνότητα των εξάρσεων και να διατηρήσει  την ύφεση. Αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει καμία ιατρική θεραπεία που μπορεί να θεραπεύσει την φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

 

Σε πιο προχωρημένο στάδιο της νόσου, η χειρουργική επέμβαση είναι συχνά απαραίτητη. Ο τύπος της επέμβασης  και η πρόγνωση είναι συγκεκριμένη για κάθε νόσο.

 

Φαρμακευτική αγωγή

 

Τα φάρμακα είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για τη θεραπεία της πρώιμων σταδίων  της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου, την ανακούφιση των συμπτωμάτων και την διατήρηση της ύφεσης. Τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα είναι:

 

  • Κορτικοστεροειδή, όπως πρεδνιζόνη και μεθυλπρεδνιζολόνη. Αυτά τα ισχυρά φάρμακα μειώνουν τη φλεγμονή στο έντερο και μπορεί να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των συριγγίων.
  • Αμινοσαλικυλικά όπως η σουλφασαλαζίνη και μεσαλαζίνη. Αυτά είναι αντιφλεγμονώδεις παράγοντες, και συχνά δίδονται ως θεραπεία πρώτης γραμμής στα αρχικά στάδια
  • Ανοσοκατασταλτικά όπως 6-μερκαπτοπουρίνη και αζαθειοπρίνη. Αυτά τα φάρμακα ελέγχουν την ανοσοαπόκριση και μπορεί να βοηθήσουν στην διατήρηση της ύφεσης και την μείωση της δόση των κορτικοστεροειδών
  • Μετριονιδαζόλη, ένα αντιβιοτικό με θετική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα. Είναι χρήσιμη σε ασθενείς με συρίγγια ή αποστήματα, ιδιαίτερα στην πρωκτική νόσο.
  • Βιολογικοί παράγοντες όπως infliximab, adalimumab και golimumab  Αυτά τα φάρμακα, που ονομάζονται παράγοντας νέκρωσης όγκων εξουδετερώνουν μια πρωτεΐνη που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Χορηγείται σε μέτρια έως σοβαρή νόσο του Crohn ή ελκώδη κολίτιδα που δεν ανταποκρίνονται ή δεν μπορούν να ανεχθούν άλλες θεραπείες. Το infliximab χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση και τα υπόλοιπα με υποδόρια ένεση. Μπορούν να συνδυαστούν με άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως η αζαθειοπρίνη ή η μερκαπτοπουρίνη. Αντενδείξεις είναι το ιστορικό φυματίωσης,  μυκητιάσεων και ηπατίτιδας Β-C, ενδέχεται επανενεργοποίηση της νόσου κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα φάρμακα αυτά συνδέονται με  σπάνιο κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως λέμφωμα ή καρκίνος του δέρματος